Ματαίωση – της Αμαράντας Αγγελοπούλου (βραβείο διηγήματος)

  • 0

Ματαίωση – της Αμαράντας Αγγελοπούλου (βραβείο διηγήματος)

Σουρούπωνε στην Αντίπαρο. Ο Παναγής καθόταν σ’ ένα μικρό βραχάκι στην ακτή, στα Σιφνέικα. Κάπνιζε νωχελικά το τσιγάρο του και χάζευε το ηλιοβασίλεμα και το κυματάκι έγλειφε τα πόδια του. Το πρόσωπό του ήταν σκαμμένο από τον ήλιο και την αρμύρα του νησιού του. Φυσούσε σιρόκος, όμως, δεν τον ευχαριστούσε πια. Δεν τον ευχαριστούσε τίποτα. Φαινόταν και ήταν κουρασμένος. Δεν είχε κοιμηθεί πολλές νύχτες. Αυτό που του στερούσε την ηρεμία, τον ύπνο του ήταν η σκέψη που τριβέλιζε το μυαλό του. Όσο περνούσε ο καιρός, η σκέψη θέριευε μέσα του και γινόταν σιγά-σιγά, απόφαση• απόφαση ζωής, απόφαση για τη ζωή του. Θα έφευγε, μακριά.

Αγαπούσε πολύ το νησί του, όμως, καθώς μεγάλωνε, μάθαινε και καταλάβαινε. Έβλεπε πως γινόταν ασήμαντος, βαρετός, έκανε τα ίδια κάθε μέρα, πνιγόταν από την οικογένειά του. Έφταιγε ο μέθυσος και βίαιος πατέρας του, έφταιγε η θρησκόληπτη και άβουλη μάνα του, έφταιγε η μεγαλύτερη αδερφή του που είχε γεννηθεί κορίτσι. Αν είχε έναν αδερφό, θα ήταν αλλιώς. Θα ήταν ο φίλος του, ο σύμμαχός του στα σχέδιά του, ο προστάτης του. «Όχι, αυτή δεν ήταν ζωή», σκεφτόταν, «ήταν μαρτύριο».

Πριν ο χρυσοκόκκινος δίσκος βυθιστεί στη θάλασσα, θα έπαιρνε την απόφασή του. Οριστικά. Άναψε ακόμη ένα τσιγάρο. Μόλις το κάπνιζε, θα έφευγε, θα πήγαινε στο σπίτι του να μαζέψει τα λιγοστά πράγματά του, δυο-τρία ρούχα, τον φακό του και κυρίως τα χρήματα που μάζευε από τις μικροδουλειές που έκανε στο λιμάνι. Ναι, αυτό θα έκανε. Θα έμπαινε από το περιβολάκι, κρυφά, να μην τον πάρουν είδηση.

Πέρα στον ορίζοντα φάνηκε ένα θεόρατο κόκκινο καράβι, φορτηγό σίγουρα. Τα ξεχώριζε αυτά ο Παναγής. «Μόλις χαθεί από τα μάτια μου, θα σηκωθώ» σκέφτηκε. Και βάλθηκε να ξετυλίγει το σχέδιό του. Πού είχαμε μείνει; Α, ναι, θα έμπαινε, λοιπόν, σαν τον κλέφτη, στα κρυφά, θα έπαιρνε τα χρειαζούμενα, και όπου φύγει-φύγει. Θα κατέβαινε στο λιμάνι. Θα περίμενε προφυλαγμένος κάτω από τα αλμυρίκια της Αλυκής. Μπορεί να’ παιρνε και κάνα υπνάκο, να ξετεντώσουν τα νεύρα του. Θα έμπαινε στο πρώτο φέρυ στις 5 το πρωί – μόνο προσεκτικά, να μην τον δει κανείς – και σε δέκα λεπτά το πολύ, θα βρισκόταν στην Παροικιά, στην Πάρο. Είχε λεφτά για εισιτήριο, για Πειραιά, όχι πρώτη θέση – δεν πειράζει – καλύτερα κατάστρωμα, να καπνίζει με την ησυχία του, να βλέπει την απόσταση να μεγαλώνει από το νησί.

Ο ήλιος βυθίστηκε, σουρούπωνε και το πλοίο χάθηκε από τα μάτια του. Είχε καπνίσει άλλα δύο τσιγάρα. Η ώρα περνούσε. Έπρεπε να σηκωθεί. «Ένα τελευταίο τσιγάρο», όσο να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά. Ή τώρα ή ποτέ. Είχε κλείσει τα δεκαοκτώ, δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν, πολύ περισσότερο σ’ αυτήν την οικογένεια που τον είχε στραγγίσει, είχε στραγγαλίσει τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, το μέλλον του. Όχι, δεν θα τους χαριζόταν. Θα πήγαινε στην Αθήνα, κανείς δεν χανόταν, ήταν έξυπνος, θα τα κατάφερνε, μπορεί να γινόταν και καπετάνιος ακόμα – κανείς δεν ήξερε τη θάλασσα καλύτερα απ’ αυτόν – θα διαφέντευε πλοία και ναύτες, θα γυρνούσε τον κόσμο και θα τους έστελνε από παντού καρτ-ποστάλ και λεφτά, αλλά εκείνον δεν θα τον ξανάβλεπαν ποτέ! Ναι, αυτή θα ήταν η εκδίκησή του. Δεν τους μισούσε, όχι δεν μπορούσε να τους μισήσει, ήταν αίμα τους, ήθελε, όμως, να τους τιμωρήσει που δεν τον αγάπησαν, που δεν τον κατάλαβαν αληθινά, που δεν τον νοιάστηκαν, μόνο τον γέννησαν.
Αυτό ακριβώς, θα έκανε, αλλά, πρώτα να βοηθήσει τον μπαρμπα- Ηλία να ρίξει παραγάδι, δεν καλοβλέπει πια και μετά, τέρμα τα ψέματα. Το πολύ- πολύ μια βουτιά, αποχαιρετιστήρια, βρε αδερφέ, το άξιζε τέτοια θάλασσα. Μια βουτιά και μέχρι να φτάσει στην ταβέρνα του Λάμπη, θα’ χει στεγνώσει κιόλας. Το φεγγάρι ψήλωνε και μαζί και η ψυχή του. Ήταν σίγουρος. Είχε πάρει την απόφασή του. Η ζωή θέλει πείσμα, θέλει δύναμη και πίστη. Τα είχε όλα. Τι φοβόταν;

-«Παναγήήή!!, Πού στα τσακίδια είσαι;», ήταν η φωνή του πατέρα του.

– «Στο γυαλόόό, δίνω ένα χεράκι στο μπαρμπα-Λιά με το παραγάδι».

– «Σύρε μετά απ’ του Μαρίνου και φέρε μου ένα κιλό αρετσίνωτο και λίγο ξινό που θέλει η μάνα σου για πίτα. Γρήγορα!»

– «’Ντάααξεει!»

Ας πάει τώρα στου Μαρίνου και φεύγει μες τη βδομάδα. Να τα ξανασκεφτεί απ’ την αρχή, με όλες τις λεπτομέρειες, μην πάει τίποτα στραβά την τελευταία στιγμή. Ένιωθε μια γλυκιά χαύνωση, ξαπλώθηκε στη δροσερή άμμο. Άραγε στην Αθήνα θα’ χει τέτοια αμμούδα; Εκτός κι αν φύγει μετά το καλοκαίρι. Μην το χάσει. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναγυρίσει. Αν ξαναγυρίσει, δηλαδή. Να μαζέψει και κανένα φράγκο ακόμα, η Αθήνα είναι ζούγκλα, χωρίς φράγκα δεν σε υπολογίζει κανείς. Χάθηκε, δηλαδή ο κόσμος για ένα-δυο μήνες διαφορά; Δεν χάθηκε. Δεκαοχτώ χρονώ παλικαράκι ήτανε. Όλη η ζωή μπροστά του…

Αμαράντα Αγγελοπούλου, μαθήτρια του Γ1, βραβεύτηκε με αυτό το διήγημα ανάμεσα στα σχολεία της Δευτεροβάθμιας Ανατολικής Αττικής. Η ζωγραφική είναι του Σπύρου Κουρσάρη.]

10489906_10152288301114372_4962731142982002819_n


Leave a Reply