Η ιστορία του Μάρκου σαν παραμύθι

  • 0

Η ιστορία του Μάρκου σαν παραμύθι

Παραμύθι της φιλολόγου Κυριακής Κυριακουλέα

Γολγοθάς για τον Μάρκο τα παιχνίδια με τους φίλους, μα πιο πολύ από όλα, το σχολείο! Αυτά που όλα τα παιδιά λάτρευαν, ποθούσαν συνεχώς, εκείνον τον τρόμαζαν, τον έπνιγαν, τον έκαναν να κρύβεται από όλους και από όλα. Το μόνο που ήθελε ήταν να μένει κλεισμένος στο σπίτι του, όχι αυτό της οικογένειάς του αλλά το δικό του, το κατάδικό του, το δεντρόσπιτο. Αυτό που είχε φτιάξει στον κήπο με τόσο κόπο και μεράκι. Εκείνο ήταν ο κόσμος του, ο δικός του μοναδικός κόσμος. Μέσα σ’ αυτό σκάρωνε ιστορίες με το μυαλό του και σ’ αυτές έδινε ζωή με τα μικρά του χέρια. Και τι δεν κατασκεύαζε με αυτά τα μαγικά χέρια, μικρά εργαλεία, χειροκίνητες μηχανές, αυτοσχέδια παιχνίδια, τόσα και τόσα θαυμαστά! Οι γονείς αλλά και οι λιγοστοί του φίλοι τον φώναζαν «μικρό εφευρέτη». Κανείς δεν ήξερε το μυστικό της επιτυχίας του, ούτε και οι γονείς του. Γιατί να τους το πει άλλωστε, αφού κανείς δε θα πίστευε ότι ένας ασπρομάλλης γέροντας σοφός ερχόταν κάθε βράδυ στα όνειρά του και του μάθαινε τα μυστικά της τέχνης του.

Έξω όμως από το δεντρόσπιτό του, χανόταν, βούλιαζε σαν να βρισκόταν σε βάλτο, που τα νερά του τον ρούφαγαν όλο και πιο πολύ. Όταν μάλιστα πήγαινε στο σχολείο, το μαρτύριό του γινόταν αβάσταχτο. Έτρεμε τη στιγμή που η δασκάλα της τάξης του, θα του ζητούσε να πει μάθημα ή θα τον ρωτούσε κάτι, ακόμα και το πιο απλό. Μόλις άκουγε το όνομά του, κοκκίνιζε, κιτρίνιζε, άσπριζε, έχανε τα λόγια του και στο τέλος, σχεδόν μέσα από τα δόντια του πρόφερε λίγα λόγια κι αυτά ακαταλαβίστικα. Κάποιες φορές, μάλιστα, ζαλιζόταν τόσο που ένιωθε ένα παράξενο πράγμα, να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει σε μια μεγάλη τρύπα χωρίς τέρμα, μια ατέλειωτη πτώση και το μόνο που άκουγε δυνατά σ’αυτό του το ταξίδι ήταν τα γέλια των άλλων παιδιών. Στο σχολικό διάλειμμα, τα βάσανά του δεν τελείωναν. Κάθε φορά που προσπαθούσε να έχει ένα ρόλο κι αυτός στο παιχνίδι με τους συμμαθητές του ήταν σκέτη καταστροφή. Μόλις ερχόταν η σειρά του να μιλήσει ή να παίξει, τα έχανε, ντρεπόταν να πει αυτά που ένιωθε ή σκεφτόταν. Φοβόταν μήπως και δεν τους άρεσαν όσα θα έλεγε ή θα έκανε. Ίσως και να τον θεωρούσαν υπεύθυνο για κάποια πιθανή αποτυχία τους στο παιχνίδι. Έτσι έφευγε μακριά, δραπέτευε από τα πρώτα κιόλας λεπτά του παιχνιδιού βρίσκοντας συχνά μια χαζή δικαιολογία κι έμενε μόνο θεατής, να τους θαυμάζει ώρες ατελείωτες, αφού κατάφερναν αυτό που εκείνος ποτέ δεν είχε μπορέσει, κάτι τόσο απλό, να προσφέρουν τον εαυτό τους απλόχερα στους άλλους.

Τόσες αποτυχημένες προσπάθειες και εφιαλτικές στιγμές γέμιζαν με απελπισία την ψυχή του. Το ’χε πάρει πια απόφαση! Δε θα γινόταν ποτέ κι αυτός μέλος μιας παρέας και στο τέλος, δε θα ’χε φίλους αφού δε θα έπαιζε και δε θα μιλούσε μαζί τους. Το χειρότερο όμως από όλα ήταν ότι πλησίαζε η πρώτη σχολική γιορτή της καινούργιας χρονιάς. Σ’ αυτήν οι παλαιοί μαθητές και μεγαλύτεροι ετοίμαζαν ένα ζεστό καλωσόρισμα στους νέους και μικρότερους. Φέτος, μάλιστα, η δασκάλα του είχε ζητήσει να πει κι αυτός δυο λόγια. Στην αρχή, να τους καλωσορίσει και μετά να τους μιλήσει για τις αυτοσχέδιες κατασκευές και εφευρέσεις του. Έτσι, όπως αυτή πίστευε, θα έβρισκε επιτέλους το θάρρος που ποτέ δεν είχε. Ο νέος, όμως, αυτός ρόλος γιγαντωνόταν στα δικά του μάτια και τον κατασπάραζε. Μακάρι κανείς να μην ήξερε για τα μαγικά του χέρια και ό,τι αυτά έφτιαχναν. Του ερχόταν μεμιάς να πετάξει μακριά, να σβήσει από το μυαλό του όλα τα κατορθώματά του και μαζί τον ασπρομάλλη γέροντα, που ερχόταν κάθε βράδυ στα όνειρά του.

Οι σκέψεις αυτές βασάνιζαν το μυαλουδάκι του Μάρκου και τον έκαναν για ένα ακόμη βράδυ να ανέβει στο δεντρόσπιτο και να κλάψει πολύ, τόσο πολύ που τον πήρε ο ύπνος έτσι αποκαμωμένος καθώς ήταν, παρέα με τις μηχανές και τα εργαλεία του.

Τότε ήταν που τον επισκέφτηκε ξανά ο ασπρομάλλης γέροντας σοφός και του ψιθύρισε στο αυτί το μυστικό της λύτρωσής του. Του ’μαθε κόλπα μαγικά, του ’φερε εργαλεία ξεχωριστά και του ’δωσε μια συνταγή μοναδική για την κατασκευή μιας μηχανής φανταστικής, που έτσι μονάχα το φόβο θα μπορούσε να νικήσει! Του ’πε, λοιπόν, να φτιάξει μια μηχανή με ένα μεγάλο μάτι, που θα τον κοιτά και θα μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του. Αμέσως τότε, θα ξυπνά ο προβολέας της μηχανής και θα φωτίζει το πρόσωπο του με χρώματα. Τα χρώματα θα αλλάζουν ανάλογα με το πώς νιώθει και τι θέλει να τους πει κάθε φορά. Το κόκκινο θα ανάβει όταν θα νιώθει αγάπη, το πράσινο σαν θα γεμίζει με ελπίδες , το μπλε μόλις θα ηρεμεί, το κίτρινο με το θυμό και την κακοκεφιά του. Έτσι, την ημέρα της γιορτής, καθώς εκείνο το πελώριο μάτι θα τον κοιτά, αυτά και άλλα χρώματα πολλά θα τον φωτίζουν, και θα ξυπνούν μέσα του όλα όσα νιώθει και θέλει να τους πει. Η γλώσσα θα λυθεί, όλα θα γίνουν εύκολα, φανερά και το μαρτύριό του θα τελειώσει σύντομα και ανώδυνα. Και μόνο με τη σκέψη αυτή ξύπνησε με μια ανείπωτη χαρά, γελούσαν τα χείλη του και άλλαζε σχήμα και μορφή το πρόσωπό του.

Έφτασε η μεγάλη μέρα! Καθαρός, περιποιημένος, ντυμένος όμορφα, βάδιζε στο μεγάλο διάδρομο της αίθουσας χωρίς όμως τη μηχανή του. Δεν είχε καταφέρει να τη φτιάξει! Πολύπλοκη, υψηλής τεχνολογίας, όσο κι αν προσπάθησε βάζοντας τα δυνατά του, τα μαγικά του χέρια απέτυχαν κι ας ακολούθησε βήμα βήμα τις οδηγίες του σοφού γέροντα. Μεγάλος μάγος κι εφευρέτης εκείνος αλλά αυτός, o Μάρκος μας, τόσο μικρός κι αδύναμος!

Ανέβηκε στη μεγάλη εξέδρα με πόδια που έτρεμαν, χέρια κρύα, ιδρωμένα και μάτια γουρλωμένα, που απεγνωσμένα ζητούσαν βοήθεια κοιτάζοντας πότε αριστερά και πότε δεξιά. Η θάλασσα των παιδιών κάτω ένιωθε ότι ήταν έτοιμη να τον πνίξει, μόνος χωρίς σωσίβιο ώσπου τα φώτα των προβολέων της σκηνής έπεσαν πάνω του, το μπλε, το πράσινο, το κόκκινο και άλλα πολλά. Πάγωσε ο χρόνος τη στιγμή και το βλέμμα του καρφώθηκε για λίγο στα φώτα της γιορτής. Κάπου τα ήξερε αυτά τα φώτα, κάπου τα είχε ξαναδεί. Άνοιξε γρήγορα το στόμα του και ένας χείμαρρος ξεπήδησε από μέσα του. Οι σκέψεις τον βομβάρδιζαν, τα συναισθήματά του ξεχείλιζαν. Μιλούσε με πάθος και χαρά για τις κατασκευές του, τις εφευρέσεις του, τις δικές του εφευρέσεις. Άνοιξε την ψυχή του στα μικρά παιδιά και βγήκαν από μέσα του όλα όσα δεν είχε μπορέσει να πει τόσα χρόνια. Αληθινός όσο ποτέ, ήταν μόνο ο εαυτός του. Κι εκεί, κάπου στο βάθος της μεγάλης αίθουσας, ανάμεσα στο ακροατήριο, διέκρινε ένα πρόσωπο γνωστό. Ναι, μα ναι! Δεν έκανε λάθος, δεν τον γελούσαν τα μάτια του, ήταν αυτός, ο ασπρομάλλης γέροντας σοφός, που του ’γνεφε, κάθε φορά που τον κοιτούσε. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του, όταν τέλειωσε τον λόγο του και όλοι τον καταχειροκρότησαν. Σαν γλυκιά μελωδία ακούστηκε στα αυτιά του το πρώτο γι’ αυτόν χειροκρότημα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Alexander Jansson.]

04af11c249b2156de084e0dc87e5c6b5-d550poq


Leave a Reply